I haven't "blogged" for some time. I could claim I haven't had the time. I could claim that when you're progressing in life, when you're performing the important tasks that will make you a better person, you may not want to spend some of your energy in "blogging".
I could claim I am so immersed in the action of acting that I have not the time and/or the patience for theories, much less the theory of action.

I would be lying.

I could claim I don't know what to say.

I would be lying.

The truth is I feel like I'm dreaming the kind of dream where you find yourself in the middle of a task that you don't know how to do and you just can't remember how you've come to be in than position.
An exam you haven't studied for?
A performance you haven't practiced for?
A song you haven't learnt the lyrics for?

In this case, I feel like I'm expected to fly a plane. I'm just holding on to the yoke, trying to make sense of all the buttons and switches in front of me, the ground already -incomprehensibly- many thousands of feet below me. All the while, the same questions flash through my mind again and again, unanswered and unanswerable: "Why am I doing this?" "When did  I agree to do this?" "How did I get in the air in the first place?" "How will I manage to learn how to fly on my first flight?"

I'm wearing my headset, but there's nobody on the other end. The co-pilot's seat next to me is as empty as the sky around me. I will crash, I know that. I don't have any idea what I'm doing and you don't just wake up (or fall asleep) one day and just find out how to fly a plane. This is as lost a cause as one can be. 

For the moment, my course is steady, though. I'm flying straight and level, so I don't dare change a thing, move a thing other than my eyes. The landscape is really very beautiful. It's a pity it won't be too long before I'll have to desecrate it with the burning and smoking remains of the vessel around me.

Sure enough, for some reason my plane abruptly starts losing altitude. Fear grips my insides and I'm choking on an imaginary lump on my throat. Despite having no idea what I'm doing, I just can't help fumbling with the instruments in my cabin. Maybe there is a tiny part of me that thinks I might find a way to make it. It's amazing how, when reasoning and knowledge is over, faith takes over immediately. Indiscriminate faith in luck, chance, intuition, whatever. The resilience of false hope is startling, although boringly predictable on evolutionary basis.

The song echoes in my mind and it hits home.

"We tremble and spin
suspended within"

So much truth in so few words...


Κατασκευή και Καταστροφή

Υπάρχουν δύο και μόνο δύο διαδικασίες που περιγράφουν τον κόσμο γύρω μας:

Η Κατασκευή και η Καταστροφή.
Οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες αυτές, τόσο την κάθε μία μόνη της όσο και τη σχέση μεταξύ τους, είναι πολύ συγκεκριμένες και κοινές, ανεξαρτήτως του «αντικειμένου» που τις υφίσταται.
  1. H Κατασκευή (ή Οργάνωση για τους Φυσικούς και τους Βιολόγους μας) είναι χρονοβόρα και δαπανηρή, από ενεργειακή άποψη, διαδικασία. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, όσο πιο πολύπλοκο θα είναι το αποτέλεσμα, τόσο πιο πολύ χρόνο και ενέργεια χρειάζεται.
  2. Για κάθε ένα συνδυασμό (υλικών, εργασιών, κινήσεων κλπ) που καταλήγει σε ένα κατασκεύασμα με κάποια χρηστικότητα, αντιστοιχούν δεκάδες ή και εκατοντάδες συνδυασμοί (των ίδιων υλικών, εργασιών, κινήσεων κλπ) που δεν έχουν καμία χρησιμότητα.
  3. Η Καταστροφή προϋποθέτει Κατασκευή. Δεν μπορείς να καταστρέψεις κάτι που δεν έχει καμία χρηστικότητα και/ή λειτουργία και/ή σκοπό. Κάτι τέτοιο είναι σαν να ανακατεύεις μια ακαταστασία.
  4. Η Καταστροφή είναι πιο εύκολη, πιο γρήγορη και λιγότερο δαπανηρή, από ενεργειακή άποψη, διαδικασία από την Κατασκευή. Συνήθως απαιτεί πολύ λίγο χρόνο και ενέργεια και πάντα απαιτεί πολύ λιγότερο χρόνο και ενέργεια από την Κατασκευή.
  5. Η Καταστροφή είναι η αναπόφευκτη κατάληξη κάθε Κατασκευής και η διαρκής παροχή ενέργειας και χρόνου για ανανέωση είναι ο μόνος τρόπος διατήρησης της δεύτερης και ακόμα και αυτό δεν είναι πάντα δυνατό. (Η ίδια η ζωή είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα Κατασκευής. Ο μόνος τρόπος να διατηρείται σαν σύνολο, είναι να δημιουργούνται συνεχώς καινούρια Κατασκευάσματα και να παίρνουν την θέση των προηγούμενων που Καταστρέφονται.)
  6. Τις περισσότερες φορές, η παραμονή σε μία κατάσταση (ένα στάδιο) κατασκευής είναι αποτέλεσμα δυναμικής ισορροπίας μεταξύ των δύο διαδικασιών: η ταχύτητα με την οποία Κατασκευάζεται είναι η ίδια με την οποία Καταστρέφεται. Η ισορροπία αυτή δύναται να μετακινηθεί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση δίνοντας ένα καινούριο σημείο ισορροπίας κατασκευής. (Τα οστά, για παράδειγμα, σε όλη την διάρκεια της ζωής μας, καταστρέφονται και κατασκευάζονται ταυτόχρονα. Στην διάρκεια της ανάπτυξης η ταχύτητα κατασκευής υπερβαίνει αυτήν της καταστροφής και έτσι τα οστά αυξάνονται. Έπειτα, μέχρι την τρίτη ηλικία οι ταχύτητες εξισώνονται και τα οστά παραμένουν στο ίδιο μέγεθος και στην τρίτη ηλικία η ταχύτητα κατασκευής μειώνεται, οπότε τα οστά αρχίζουν και φθίνουν.)
Εν δυνάμει «κατασκεύασματα» που άρα υφίστανται αυτές τις δύο δυνάμεις μπορεί να είναι τα πάντα, από ένα άστρο και ένα πλανητικό σύστημα, μέχρι τη φωλιά ενός χελιδονιού και το σπίτι ενός κάστορα, από ένα διαστημόπλοιο σε ένα ένδυμα, από ένα βιβλίο σε μία ανθρώπινη σχέση.

Αυτά τα δύο είδη διαδικασιών υπάρχουν και σε κάθε άνθρωπο. Κάθε άνθρωπος είναι φορέας τόσο κατασκευής όσο και καταστροφής. Οι δύο αυτές οντότητες βρίσκονται σε δυναμική ισορροπία μεταξύ τους. Ανάλογα με το ποια οντότητα υπερτερεί, οι άνθρωποι είναι είτε Κατασκευαστές, είτε Καταστροφείς.

Οι άνθρωποι, όμως, έχουν και Έλλογη Νόηση. Καμία άλλη έμβια ή άβια ύπαρξη -απ' όσο ξέρουμε, φυσικά- δεν έχει κάτι αντίστοιχο. Και μαζί με την Έλλογη Νόηση έρχεται και η Επιλογή. Οι Άνθρωποι, ως ένα βαθμό, μπορούν να επιλέξουν αν θα είναι Κατασκευαστές ή Καταστροφείς.

Η βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο επιλογές είναι η πέμπτη από τις παραπάνω αρχές: Η Καταστροφή θα επέλθει με απόλυτη βεβαιότητα κάποια στιγμή. Η βασική διαφορά ανάμεσα στους Καταστροφείς και τους Κατασκευαστές, είναι ότι οι πρώτοι βαριούνται ή βρίσκουν μάταιο το να προσπαθήσουν για να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν οτιδήποτε, αφού αυτό σίγουρα κάποια στιγμή θα καταστραφεί, ενώ οι δεύτεροι αντιλαμβάνονται την αξία κάθε κατασκευής, όσο εφήμερη κι αν είναι.

Οι Κατασκευαστές απλώς κατανοούν ότι μπορεί και οι ίδιοι να είναι εφήμερα κατασκευάσματα του κόσμου μας, αλλά έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο τον κόσμο με τις επιλογές και τις πράξεις τους.



Για να μην θεωρητικοηθικολογήσω και λάβω μέρος με αυτόν τον τρόπο στις μυριάδες των μυριάδων ακαδημαϊκών και πολλές φορές ψευτοκουλτουριάρικων συζητήσεων περί της Ελληνικής γλώσσας, της ξενομανίας, της ξενηλασίας, των greeklish και της μικτής γλώσσας («Κάνε με αντ, ρε συ, έχω κάνει απλόουντ κάτι βιντεάκια και θέλω να πατήσεις λάικ»), θα μεταφέρω μια προσωπική εμπειρία για να την αξιολογήσετε και να την κρίνετε εσείς.

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν ήμουν κατά το γυμνάσιο, άνοιξε ένα καινούριο κατάστημα. «Beneth» το έλεγαν. Ήταν ένας μεγάλος φούρνος-ζαχαροπλαστείο, που εγώ δεν είχα ξανακούσει, αλλά μου είπαν ότι ήταν μεγάλη και γνωστή αλυσίδα. Ήταν στην Πατησίων, κοντά στο Πολυτεχνείο, και πολλές φορές περνούσα από μπροστά του, είτε πηγαίνοντας για κάποια δουλειά στο κέντρο, είτε όταν περπατούσα για βόλτα (μιλάμε για πριν από δεκαετία, τουλάχιστον, τότε που η έννοια «βόλτα στο κέντρο» είχε νόημα).
Την εποχή εκείνη άκουγα με λιγοστή υπομονή τις συζητήσεις περί της «επικινδυνότητας» των ξένων επιγραφών, της «προώθησης των ξένων προϊόντων», της «διείσδυσης της Αγγλικής γλώσσας στην καθημερινή ζωή» κλπ. Όλα αυτά τα θεωρούσα «κινδυνολογία» πολύ πριν να γνωρίζω ότι υπάρχει αυτή η έννοια και ο αντίστοιχος όρος, ώστε να μπορώ να τα επικαλεστώ στις αντίστοιχες κουβέντες. «Βλέπουμε Αμερικάνικες ταινίες, γιατί αυτές είναι οι καλύτερες», σκεφτόμουν. Και «βάζουμε ξένες επιγραφές γιατί πράγματι κάποια ονόματα είναι πιο εύηχα σε άλλες γλώσσες», θεωρούσα. Θα αφήσω τις τότε πεποιθήσεις μου ασχολίαστες και τα συμπεράσματα σε εσάς.

Μία μέρα, λοιπόν, κανονίζαμε με μία φίλη μου να συναντηθούμε στο κέντρο για να πάμε κάπου, το «πού» δεν το θυμάμαι πια, όταν μου προτείνει...
«Να συναντηθούμε στον Βενέτη;»
«Στον ποιον;» της απαντώ απορημένη.
«Στον Βενέτη, δεν τον ξέρεις; Είναι ένας φούρνος στην πατησίων, πολύ μεγάλος.»
«Δεν τον ξέρω, πού ακριβώς στην Πατησίων;» απαντώ με την αίσθηση ντροπής που με έπιανε πάντα όταν με έπιαναν αδιάβαστη.
«Στο τέλος της Πατησίων, κοντά στο Πολυτεχνείο, αποκλείεται να μην τον ξέρεις!!»
Αμ, νά που δεν αποκλείεται! σκέφτηκα από μέσα μου.
«Καλά, τέλος πάντων», συνέχισε χωρίς να περιμένει να απαντήσω, «ας βρεθούμε έξω από το Πολυτεχνείο.»
Και έτσι έγινε.

Πέρασε πολύ καιρός, όταν πρόσεξα ότι περνούσα μπροστά από τον «Beneth». Κάτι σάλεψε μέσα στο μυαλό μου, κάποια μικρή ανάμνηση, και με έκανε να κοντοσταθώ και να κοιτάξω την επιγραφή. «Beneth» διάβασα από συνήθεια. Συνέχισα να κοιτάω. Βeneth; Και τότε έκλεισε το νοητό κύκλωμα και άναψε το νοητό λαμπάκι πάνω από το κεφάλι μου.


Ουδής... άσφαλτος

Δεν νομίζω ότι έχω συναντήσει έστω και έναν άνθρωπο που να μην έχει παραπονεθεί για την οδήγηση στην Ελλάδα. Είναι ένα πολύ συχνό θέμα συζήτησης, ειδικά αφού τα θύματα του δρόμου είναι ουκ ολίγα.
Δεν φορούν ζώνες, πίνουν, πάνε ανάποδα σε μονοδρόμους, το φλας είναι διακοσμητικό, τα όρια ταχύτητας υπάρχουν για να τα ξεπερνάμε (όπως τα ρεκόρ ένα πράμα), οι πάπιες πετάγονται από παντού και στοχεύουν ειδικά εκείνο το τυφλό σημείο στην πίσω διαγώνιο, ο πεζός όχι δεν έχει προτεραιότητα, αλλά είναι και ένοχος μέχρις αποδείξεως του εναντίον και και και... η λίστα δεν φαίνεται να έχει τελειωμό, όπως, άλλωστε και η ανταλλαγή ύβρεων, χειρονομιών και ενίοτε χειροδικίας στην ασφάλτινη ζούγκλα.
Εδώ είναι το σημείο της πιο σύντομης, περιεκτικής και εύστοχης ερώτησης, της πιο σημαντικής ερώτησης που ερωτήθηκε ποτέ, εφαρμόσιμης σε όλες τις καταστάσεις...

Θα την αφήσω να αιωρηθεί, ωσάν ρητορική, γιατί δεν έχω διάθεση για τη γνωστή κατεύθυνση που μπορεί να πάρει αυτή η συζήτηση περί «φύσης» του «Έλληνα» κουτουλουπού κουτουλουπού.

Ας πάμε, όμως, μια φορά με τη σωστή φορά του χρόνου, ας θυμηθούμε ότι η ροή του χρόνου για εμάς έχει μία μόνο κατεύθυνση, τουλάχιστον προς το παρόν, γεγονός που τοποθετεί το αίτιο πάντα πριν από το αιτιατό και ουδέποτε αντίθετα κι ας συλλογιστούμε ότι δεν γεννιόμαστε πάνω στο τιμόνι.

Ποιος κάνει την «οδήγηση»;
Οι «οδηγοί».
Τι είναι οι «οδηγοί»;
Άνθρωποι που «οδηγούν».
Και τι σημαίνει «οδηγώ»;
Σημαίνει χειρίζομαι και κατευθύνω εκεί που θέλω ένα όχημα.

Ωραία ως εδώ. Αλλά πώς μαθαίνει κανείς «να χειρίζεται και να κατευθύνει εκεί που θέλει ένα όχημα», πώς μαθαίνει να «οδηγεί»;
Κάνει «μαθήματα οδήγησης» σε κάποια «σχολή οδηγών» με κάποιον «δάσκαλο οδήγησης».
Και πώς κρίνεται κάποιος ότι έχει μάθει να «οδηγεί»;
Πρέπει να εξεταστεί από κάποιον/-ους «εξεταστή/-ές» και να κριθεί επαρκής από αυτόν και να πάρει, έτσι, ένα «δίπλωμα οδήγησης».

Σίγουρα υπάρχουν και κάποιοι που οδηγούν χωρίς δίπλωμα, αλλά αμφιβάλλω ότι είναι αρκετά πολλοί ώστε να μπορούμε να φορτώσουμε σε αυτούς το χάλι του δρόμου. Αυτό είναι, άλλωστε, και το τραγικό της υπόθεσης, αλλά ας μην προτρέχουμε. Ας μιλήσουμε λίγο για το δίπλωμα.

Για κάντε μια εκτίμηση... τι ποσοστό πιστεύετε ότι λαδώνει για να πάρει δίπλωμα και τι ποσοστό λαδώνεται για να δώσει δίπλωμα; Πόσοι εξεταστές ζητούν λάδωμα, πόσοι δάσκαλοι το κανονίζουν; Πόσοι μαθητές ξεκινούν μαθήματα αποφασισμένοι ότι θα λαδώσουν; Πόσες φορές το «λάδωμα» υπολογίζεται εξαρχής μέσα στα «δίδακτρα»; Πόσοι περνούν με δύο βόλτες το τετράγωνο και ένα παχουλό φάκελο ή ένα καλό επώνυμο; Πόσοι πάνε βόλτα τη μισή Αθήνα, στην ουσία μέχρι να κάνουν το παραμικρό, παραμικρούτσικο λαθάκι για να κοπούν, επειδή δεν έβαλαν το χέρι στην τσέπη; Και ποιος ξαναπληρώνει για να ξαναδώσει εξετάσεις, εάν έχει κοπεί, δίκαια ή μη;

Αν αναλογιστεί κανείς ότι όλοι μα όλοι διαμαρτύρονται και παραπονιούνται για την οδήγηση, δεν είναι λίγο περίεργο που δεν διαμαρτύρονται τουλάχιστον τόσοι και για τον τρόπο που γίνονται τα μαθήματα και οι εξετάσεις;
Τα 600 με 800 Ευρώ που είναι τα επίσημα δίδακτρα και αποτελούν παραπάνω από έναν βασικό μισθό (μέχρι στιγμής, σε λίγο δεν θα υπάρχει ούτε σκέτος μισθός, πόσο μάλλον βασικός), αντιστοιχούν σε είκοσι ώρες μόνο οδήγηση, μετά από τις οποίες υποτίθεται ότι είσαι έτοιμος να εξεταστείς. Και εκεί περνάς ανάλογα με τον ποιον ξέρεις, αντί με το ποιον είδες στον καθρέπτη σου, ή με την ικανότητα του χεριού σου να βγάζει το πορτοφόλι από την τσέπη, αντί με την ικανότητά του στις ταχύτητες.

Το πρόβλημα, όμως, είναι διπλό και τρίδιπλο. Όχι μόνο περνάς όσους δεν οδηγούν καλά και ούτε ενδιαφέρονται να μάθουν, όχι μόνο δεν περνάς αυτούς που οδηγούν καλά αν δεν σε πληρώσουν και εξτρά για να τους δώσεις την... άδεια, αλλά και εξαρχής έχεις δημιουργήσει ένα σωρό αντικίνητρα για τον σπουδαστή. Είτε δεν σκοπεύει να λαδώσει και φοβάται ότι όσο καλά και να οδηγήσει θα κοπεί (όχι ιδιαίτερα καταλυτικό για τη διαδικασία της μάθησης), είτε σκοπεύει να λαδώσει και δεν έχει λόγο να προσπαθήσει να μάθει να οδηγεί καλά. Είτε έχει περάσει με έναν περίπατο στο δάσος, είτε έχει κοπεί γιατί το μικρό δακτυλάκι του αριστερού χεριού ξεκόλλησε στιγμιαία από το τιμόνι.

Όταν μιλάμε για την κατάσταση του δρόμου, οι αιτίες που ακούω αφορούν κυρίως «συνήθειες» ή «συγγενή ηλιθιότητα» και οι προτάσεις που ακούω αφορούν νόμους, αστυνομίες, καλύτερους ελέγχους, αυστηρότερα πρόστιμα μπλα μπλα μπλα... αλλά δεν ακούω τίποτα για το δίπλωμα. Δεν νομίζω ότι ούτε μια φορά σε μια τέτοια συζήτηση έχω ακούσει κάποιον να το βάζει ως έστω μία από τις αιτίες της κακής οδηγικής συμπεριφοράς.

Γιατί φυσικά, το δίπλωμα είναι τόσο πίσω, τόσο πριν. Ένας οδηγός που οδηγεί δέκα χρόνια, τι σημασία έχει πια πώς πήρε το δίπλωμα; Καμία και όλες απαντώ. Γιατί με ελάχιστη εμπειρία στη ζωή, ξέρει κανείς πόσο δύσκολο είναι να διορθώσεις κάτι που έχεις μάθει στραβά, ειδικά σε σύγκριση με το να το μάθεις ίσια από την αρχή.
Σαφέστατα, ακόμα κι αν έχεις ξεκινήσει σωστά, μπορεί να... στραβώσεις στην πορεία, είτε από αδιαφορία, είτε από εξωτερική πίεση, είτε από συνδυασμό τους. Αλλά ακόμα κι αν δεν είναι αποκλειστικά αυτό το πρόβλημα και η λύση του, είναι κομματάκι γελοίο (και ανησυχητικό) να έχουμε αυτήν την επικίνδυνη κατάσταση, και, όχι μόνο να μην προσπαθούμε οι νέοι οδηγοί να είναι καλύτεροι, αλλά και να επιβραβεύουμε κι όλας την κακή συμπεριφορά και να αποθαρρύνουμε την καλή από την αρχή. Σαν τελετή μύησης στην ασυνειδησία.

Το βαθύτερο επίπεδο προβληματικότητας αυτής της τακτικής είναι ότι εκπαιδεύεις τους ανθρώπους να θεωρούν την ικανότητά τους εκτός θέματος. Η ίδια ακριβώς τακτική ακολουθείται σε όλα, εκπαίδευση, πρόσληψη, εργασία, διακρίσεις... Βήμα-βήμα, με πολύ επιμέλεια και συνέπεια εκπαιδεύεις τους ανθρώπους να αποδέχονται ότι και να είναι καλύτεροι μένουν πίσω αν παρουσιάζουν έλλειψεις σε μέσα, χρήματα ή εάν δεν έχουν την διάθεση να αδικήσουν κάποιον άλλο για να διακριθούν. Αν, δε, δεν παρουσιάζουν αυτές τις ελλείψεις, τότε δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν για να πετύχουν το οτιδήποτε.

Μήπως, λοιπόν, είναι... εσφαλμένη η αγανάκτηση που έρχεται εκ του ασφαλούς; Μήπως υποτιμούμε το πόσο πρόβλημα αποτελεί το να μην έχει καμία απολύτως σημασία η απόδοσή σου;

Και μήπως είναι λίγο υποκριτικό να διαμαρτυρόμαστε για το αποτέλεσμα, αλλά να παραβλέπουμε την διαδικασία  που οδηγεί σε αυτό το αποτέλεσμα ως «αναγκαίο κακό»;



"Well I had a dream
I stood beneath an orange sky
Yes I had a dream
I stood beneath an orange sky
With my brother standing by
With my brother standing by
I said brother, you know you know
It's a long road we've been walking on
Yes it is, yes it is, you know 
Brother it is, 
Such a long road we've been walking on
Oh brother, oh brother

And I had a dream
I stood beneath an orange sky
With my sister standing by
With my sister standing by
Said here is what I know now sister
Here is what I know now
Goes like this... 
In your love, my salvation lies...
In your love, in your love, in your love
Oh but you know I am so weary
And you know my heart, 
My hearts been broken now
Sometimes, sometimes
My mind is too strong to carry on
Too strong, too strong to carry on

But when I'm alone
When I've thrown off the weight of this crazy stone
When I've lost all care for the things I own
That's when I miss you, that's when I miss you
You are my home
You are my home now
Here is what I know now brother
Here is what I know now sister
Goes like this... 
In your love, my salvation lies...
In your love, in your love, in your love

Well I had a dream
I stood beneath an orange sky
With my brother and my sister standing by
With my brother and my sister standing by now
With my brother and my sister standing by"

Είδα ένα όνειρο...
Στεκόμουν κάτω από ένα πορτοκαλί ουρανό...
Και δίπλα μου στεκόταν ο αδερφός μου
Και είπα, «αδερφέ μου, ξέρεις ότι είναι μακρύς ο δρόμος που περπατάμε.
Είναι τόσο μακρύς ο δρόμος που περπατάμε»

Κι είδα ένα όνειρο...
Στεκόμουν κάτω από έναν πορτοκαλί ουρανό...
Και δίπλα μου στεκόταν η αδερφή μου
Και είπα, «αδερφή μου, αυτό ξέρω τώρα...
Στην αγάπη σου κρύβεται η σωτηρία μου...
Στην αγάπη σου
Αλλά, ξέρεις... έχω κουραστεί τόσο πολύ...
Και ξέρεις ότι η καρδιά μου έχει πληγωθεί...
Μερικές φορές το μυαλό μου παραείναι δυνατό
Για να συνεχίσω

Αλλά όταν είμαι μόνος
Όταν έχω ρίξει από πάνω μου αυτό το τρελό βάρος
Όταν δεν με νοιάζουν πια τα πράγματα που μου ανήκουν
Τότε μου λείπεις, τότε μου λείπεις εσύ που είσαι το σπίτι μου
Αυτό ξέρω τώρα, αδερφέ
Αυτό ξέρω τώρα, αδερφή μου
Στην αγάπη σας κρύβεται η σωτηρία μου»

Λοιπόν, είδα ένα όνειρο
Στεκόμουν κάτω από έναν πορτοκαλί ουρανό
Και δίπλα μου στέκονταν ο αδερφός μου και η αδερφή μου
Και δίπλα μου στέκονταν τ' αδέλφια μου...


Το μόνο

Όταν αρχίσαμε με την αδερφή μου να συζητάμε σοβαρά να επιχειρήσουμε έξοδο από τη χώρα για μέτριο ως μεγάλο χρονικό διάστημα (όταν δηλαδή αρχίσαμε να συζητάμε και με άλλους αυτήν την πιθανότητα, αυτό σημαίνει το «σοβαρά»), η αδερφή μου έκανε μια παρατήρηση που με στοίχειωσε ελαφρώς.
Μου είπε το εξής... ότι με όποιον μιλάει για το εξωτερικό υπάρχει ένας συγκεκριμένος παράγοντας που αν πληρούνταν θα του αρκούσε για να φύγει. «Αν είχα μια έτοιμη δουλειά θα έφευγα αμέσως». «Αν ήξερα αρκετά καλά τη γλώσσα δεν θα το σκεφτόμουν». «Αν ερχόταν μαζί μου ο φίλος/φίλη μου δεν θα είχα λόγο να μην φύγω». «Αν δεν είχα τους γονείς μου εδώ θα ήταν η πρώτη μου επιλογή». «Θα έφευγα αν ήταν πιο φτηνά τα Πανεπιστήμια/ αν είχα αρκετά λεφτά για τα δίδακτρα». «Θα έφευγα αν δεν είχα μια σταθερή δουλειά εδώ που δεν θέλω να διακινδυνεύσω».
Προφανώς για κάθε έναν που δεν έχει φύγει ενώ το θέλει, υπάρχουν κάποιοι λόγοι για τους οποίους δεν έχει φύγει και προφανώς, μπορεί να υπάρχει ένας λόγος πιο σημαντικός από όλους τους υπόλοιπους.

Η διατύπωση είναι αυτή που εμφανίζει το βαθύτερο θέμα, καθώς και η επανάληψη αυτού του είδους της διατύπωσης, ενώ το περιεχόμενο διαφέρει.
Η διατύπωση που, όπως και να εκφραστεί, είναι πάντα ισοδύναμη με «Tο μόνο που με κρατάει είναι...»

Μην με παρεξηγήσετε, δεν είναι να τα παίρνει κανείς τα παραπάνω ελαφρά τη καρδία. Απλώς με αυτήν την διατύπωση, αισθάνομαι ότι χάνεται ένα σημαντικό κομμάτι της πραγματικότητας. Εφόσον κάποιος θέλει να φύγει, αλλά δεν το κάνει, με το έναν ή τον άλλον τρόπο δεν επιλέγει να φύγει. Άρα τα «κατά» είναι πιο βαριά από τα «υπέρ» στην προκειμένη ζυγαριά. Προφανώς, είναι πιθανό ο καθένας να έχει ένα βαρίδι στο δίσκο αυτών των «κατά», το οποίο είναι το πιο βαρύ και οριστικοποιεί τη νίκη της ομάδας του, αλλά δεν παύει από το να είναι ένας από τους λόγους και δεν ακυρώνει ότι στο τέλος πάντα το αποτέλεσμα είναι και αποτέλεσμα επιλογής: Από το να φύγω και να [παράγοντας], επιλέγω το να μην φύγω και να μην [παράγοντας]¹.

Μήπως, λοιπόν, γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος αυτό το καθοριστικό «Αν»; Μήπως προβάλλουμε όλο το σύνολο του βάρους του δίσκου σε ένα βαρίδι; Κι ακόμα κι αν είναι το βαρύτερο, δεν έχουμε χάσει κομμάτι της εικόνας με αυτήν την προβολή;
Και είναι πράγματι τόσο απλό; Είναι τόσο απλό, που αν μια καλή νεράιδα εκπλήρωνε αυτόν τον όρο μαγικά και άμεσα, όλοι αυτοί θα έφευγαν;

Μήπως με αυτήν την διατύπωση, «Το μόνο που...», έχουμε χάσει ταυτόχρονα το δικαίωμα της προσωπικής επιλογής και την υποχρέωση της ανάληψης της ευθύνης που συνεπάγεται η προσωπική μας επιλογή;
Μήπως, συνειδητά ή μη, προσπαθούμε να μειώσουμε την ευθύνη της επιλογής μας, με το να μη θεωρούμε το αποτέλεσμα (ως κατάσταση) αποτέλεσμα (ως ενέργεια) (και) δικής μας επιλογής;

Μήπως, τελικώς, ο γενικός τύπος της ¹ είναι: Από το να δεχτώ ότι έχω το δικαίωμα της επιλογής και να αναλάβω την ευθύνη της, επιλέγω το να μην παραδέχομαι ότι έχω το δικαίωμα της επιλογής και να μην αναλάβω την ευθύνη της;

Με στοίχειωσε αυτή η παρατήρηση από την, όπως πάντα, εύστοχη και διορατική συμπορεύτριά μου, σε βαθμό του όποτε να ξεκινάει αυτή η συζήτηση να μετράω πόση ώρα θα πάρει μέχρι να εμφανιστεί αυτός ο όρος, αυτό το καθοριστικό «αν». Σας πληροφορώ ότι σε κάθε μία περίπτωση μας τίμησε με την παρουσία του και πλέον μου είναι δύσκολο να μην χαμογελάσω όταν το ακούω. Η προσωπική σφραγίδα είναι απλώς το ποιος είναι αυτός ο όρος.

Και για να το πάω ένα ακόμα βήμα παραπέρα... σκέφτομαι κάθε συζήτηση που κάνω με κάθε άνθρωπο που δεν είναι ευχαριστημένος από την ζωή του (δηλ. σχεδόν όλους). Είτε διατυπώνεται, είτε υπονοείται, πολύ συχνά διαπιστώνω το μοτίβο: «Το μόνο που μου λείπει είναι...»
Από τα σπουδαστικά και εργασιακά «Θα ήμουν ευχαριστημένος αν είχα μια καλύτερη δουλειά», «Πρέπει να τελειώσω τις σπουδές μου για να ηρεμήσω»,  «Μέχρι να αρχίσω να βγάζω περισσότερα λεφτά δεν θα είμαι ευχαριστημένος» στα προσωπικά «Αν είχα μια καλή σχέση δεν θα μου έλειπε τίποτα», «Αφού δεν έχω κάνει παιδιά πώς να είμαι ικανοποιημένος» και στα ατομικά «αν ήμουν πιο αδύνατος, ψηλός, γυμνασμένος κλπ».

Να τη πάλι αυτή η προβολή, αυτό «Το μόνο που...». Ποια ανάγκη οδηγεί σε αυτόν τον ιδανικό όρο, σε αυτήν την ικανή και αναγκαία συνθήκη, ικανή να μας κάνει ικανοποιημένους ανθρώπους ανεξάρτητα όλων των υπόλοιπων συνθηκών και αναγκαία για να γίνουμε ικανοποιημένοι άνθρωποι ανεξάρτητα όλων των υπόλοιπων συνθηκών;

Δεν είμαι υποστηρικτής της άποψης που θέλει οι άνθρωποι να είναι εμφύτως ελαφρώς μαζοχιστές και επομένως καταδικασμένοι να είναι αιωνίως ανικανοποίητοι, επειδή δεν είμαι υποστηρικτής της κυρίαρχης άποψης της εποχής ότι όλα, ακόμα και οι πιο πολύπλοκες κοινωνικές συμπεριφορές, είναι γραμμένα στο γενετικό υλικό. Το μυαλό και ο οργανισμός στο σύνολό του βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και αλληλοκαθορίζονται με αυτό.
Oι δυνατότητες αυτής της αλληλεπίδρασης είναι πάρα πολλές και κάθε προσπάθεια χειροτονίας «γονιδίων» ως φορείς αποτελεσμάτων πολύπλοκων νευροαναπτυξιοψυχοκοινωνικών αλληλεπιδράσεων, οπως είναι τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς και του τρόπου σκέψης, θα αποτυγχάνει πάντα στο τέλος, αλλά μόνο αφού ξεσηκώσει μια κοινωνική ερωτοτροπία με εύκολες απαντήσεις και αβάσιμες γενικεύσεις.

Επομένως, δεν είμαι σίγουρη ποια ακριβώς εξελικτική, κοινωνική, μοντερνοδυτική και/ή συνομωσιολογική διαδικασία έχει οδηγήσει την πλειοψηφία του - περιορισμένου, ομολογουμένως - περιβάλλοντός μου να σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο, ούτε μπορώ να αποδείξω ότι δεν είναι αναπόφευκτος αυτός ο τρόπος σκέψης. Μπορώ, όμως, να παρατηρήσω το αποτέλεσμα.

Μου έρχεται στο μυαλό ένα γνωμικό του Thomas La Mance (Τόμας λα Μανς;) “Life is what happens to us while we are making other plans”, δηλαδή πάνω κάτω «Ζωή είναι αυτό που μας συμβαίνει ενώ εμείς κάνουμε άλλα σχέδια». Δεν μου άρεσε καθόλου όταν το πρωτοδιάβασα˙ αντέδρασα. «Τσίνισα» είναι μάλλον πιο ταιριαστό ρήμα. Ωστόσο, εκφράζει ακριβώς αυτό που παρατηρώ γύρω μου και περιγράφω σε αυτήν την ανάρτηση.

Παρατηρώ τόσους ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου πολλές φορές) να ζουν με «μαξιλαράκια» (από το τηλεπεχνίδι «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος»), ζώντας για την επόμενη στάση, την επόμενη στροφή. Για ένα «μετά» που διαρκώς μετατίθεται για ένα αργότερο, βολικότερο «τώρα», που τελικώς δεν φαίνεται να έρχεται. Σαν αντικατοπτρισμός, η δουλειά του δεν είναι να σε περιμένει να το φτάσεις, αλλά να μένει μονίμως ένα βήμα πιο μακριά, λίγο πιο πέρα από εκεί που μπορείς να φτάσεις.

Και πάλι, δεν είναι οι στόχοι που είναι το πρόβλημα, ούτε η προσμονή για κάτι που επιθυμούμε. Είναι η διατύπωση που μπορεί να μας παγιδεύσει.

Γιατί είναι τόσο απλό; Είναι τόσο απλό, που αν μια καλή νεράιδα εκπλήρωνε αυτόν τον όρο μαγικά και άμεσα, δεν θα θέλαμε τίποτα άλλο;
Και μήπως ξεχνάμε ότι εξορισμού λέγοντας «Το μόνο που...» υπονοείται το «εκτός από αυτά που ήδη είμαι/έχω»;
Έχουμε σκεφτεί τι θα γίνει αν στη λίστα του τι θα θέλαμε να είμαστε και/ή να αποκτήσουμε προσθέσουμε όλα αυτά που ήδη είμαστε και/ή έχουμε; Θα μείνει ίδια η σειρά προτεραιότητας; Εκείνο «το μόνο», θα είναι ακόμα το μόνο;

«Το μόνο που» πραγματικά έχει σημασία είναι να είμαστε παρόντες στη ζωή μας. Και για να γίνει αυτό πρέπει να είμαστε ειλικρινής με τον εαυτό μας και να έχουμε αυτογνωσία. Να έχουμε και να εξασκούμε την ικανότητα να γνωρίζουμε τι έχει μεγαλύτερη σημασία για εμάς κι έπειτα χωρίς αμφιβολίες και αμφισβητήσεις να πράττουμε αυτό που θεωρούμε καλό και/ή σωστό και/ή χρειαζούμενο και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη και τις συνέπειες των επιλογών μας.
Να γνωρίζουμε ότι μπορεί να μην γίνουν αυτά που θέλουμε και να έχουμε τη δύναμη να ζούμε με αυτήν την αβεβαιότητα. Να μπορούμε να κάνουμε ό, τι καλύτερο μπορούμε, αλλά να είμαστε προετοιμασμένοι να αποδεχτούμε και να αντιμετωπίσουμε την τύχη και την ατυχία, την αποτυχία και την επιτυχία, την δυστυχία και την ευτυχία, όπως έρχονται.

Να χαιρόμαστε με τη χαρά, να λυπόμαστε με τη λύπη, να αποδεχόμαστε το απρόσμενο δυσάρεστο, να καλοδεχόμαστε το απρόσμενο ευχάριστο, να κάνουμε όνειρα και να θέτουμε στόχους, αλλά να μην ξεχνάμε που είμαστε τώρα και πού ήμαστε πριν.

Και να μην ξεχνάμε να ζούμε, να μην ξεχνάμε ότι ό, τι κάνουμε είναι κομμάτι της ζωής μας και αυτός που χάνει πρώτα και κύρια όταν δεν την απολαμβάνουμε και αξιοποιούμε διαρκώς -και όχι μόνο στους σταθμούς- είναι ο εαυτός μας, αλλά και ότι πάντα χάνουν και οι άνθρωποι γύρω μας.

Το μόνο που πραγματικά έχει σημασία είναι να είμαστε παρόντες στη ζωή μας.



Η ιστορία ποτέ δεν ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Θυμάμαι ότι σε κάποια γωνία του μυαλού μου υπήρχε, αμυδρά, η παραδοχή ότι η ροή των γεγονότων στη ζωή της ανθρωπότητας ήταν πραγματικά ενδιαφέρουσα, αλλά αυτή η παραδοχή δεν κατάφερε ποτέ να υπερνικήσει τη νάρκη στην οποία έπεφτε το μεγαλύτερο μέρος του μυαλού μου. Αίτιο ή αιτιατό, οργανωμένη σκευωρία ή απλώς συνέπεια μιας ανατροφοδότησης; Ποιος ξέρει.

Ωστόσο, θυμάμαι... Θυμάμαι ότι σπάνια ασχοληθήκαμε με την σύγχρονη ιστορία. Θυμάμαι να μπερδεύω τη λίθινη εποχή με εκείνη του χαλκού, την Ελληνιστική περίοδο με μια άλλη· θυμάμαι ότι η Ρωμαϊκή και η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχαν τον «ατελείωτο». Πόλεμοι, πόλεμοι, πόλεμοι. Η μόνη εποχή που μου έμεινε ως κάπως ωραία, κάπως καλή, ήταν ο χρυσός αιώνας του Περικλή - και δεν θυμάμαι και γιατί ήταν χρυσός. Ίσως και η Αναγέννηση.

Θυμάμαι να σκέφτομαι «δεν θα μπορούσα να ζω τότε». «Πάλι καλά που δεν γεννήθηκα εκεί». Να σε αποκεφαλίζουν απλώς γιατί υπονόησες ότι ο Βασιλιάς, ο Αυτοκράτορας, ο Φαραώ, ο Θεός δεν κάνει καλά τη δουλειά του; Να σε αναγκάζουν να λες ότι η Γη είναι επίπεδη γιατί έτσι λένε κάποια γραπτά, που για κάποιο λόγο λένε «την αλήθεια»; Πόσο μάλλον που είμαι και γυναίκα. Δεν υπήρξαν πολλές εποχές στην ιστορία του κόσμου που η γυναίκα είχε τη δυνατότητα να μην θέλει να είναι άντρας.

Αλλά όλ' αυτά φάνταζαν πολύ μακρινά, ασύλληπτα. Με ασφάλεια μπορούσα να τα αφορίζω, να μην ασχολούμαι μαζί τους. Τις ελάχιστες φορές, όμως, που φτάσαμε στη σύγχρονη ιστορία, εκεί όπου ανήκαν οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι προπαππούδες και οι προγιαγιάδες μας... θυμάμαι να έχω ένα περίεργο μείγμα μεγαλύτερου ενδιαφέροντος αλλά και δυσφορίας. Θυμάμαι να αναρωτιέμαι...

Δεν το είδαν να έρχεται; Δεν είχαν στοιχεία; Οι παγκόσμιοι πόλεμοι, η άνοδος του φασισμού, ο εμφύλιος του '45, το κραχ του '29 στην Αμερική, ακόμα και η χούντα του '67. Γιατί οι άνθρωποι δεν αντιδρούσαν, δεν έφευγαν, δεν έκαναν κάτι, ό, τι να 'ναι, πριν να είναι ήδη αργά; Γιατί έπρεπε πρώτα να έρχεται η κατοχή και ο πόλεμος και μετά να γίνεται η επανάσταση; Δεν έβλεπαν οι άνθρωποι; Δεν καταλάβαιναν; Εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς, τι εύκολα που μπορεί να βλέπεις τα πράγματα.

Θυμάμαι να σκέφτομαι ότι αν έβλεπα να έρχεται ο πόλεμος θα έφευγα. Θαύμαζα τους ήρωες, την αυτοθυσία και το θάρρος, αλλά ήξερα πολύ καλά τον εαυτό μου· στην πράξη δεν ήμουν ικανή για κάτι περισσότερο από την επιβίωσή μου. Ήθελα την επανάσταση, αλλά δεν ήθελα να είμαι εγώ αυτή που θα την έκανε. Και ένιωθα ντροπή για τον εαυτό μου που δεν ήμουν πιο θαρραλέα. Ήμουν παιδί βέβαια τότε. Αλλά παιδί με αυτογνωσία.
Αλλά και τι θα έκανε ο κόσμος; Θα έφευγαν όλοι; Δεν βγάζει νόημα κι αυτό. Οπότε, εντάξει, δεν έφευγαν. Είχαν τις οικογένειες, τα σπίτια, τις ζωές τους. Γιατί όμως δεν αντιδρούσαν; Γιατί δεν έκαναν κάτι για να αποτρέψουν αυτές τις καταστροφές; Πώς γίνεται να συνέχιζαν να ζουν σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα, μέχρι να έχουν καταστραφεί τα πάντα; Θυμάμαι να συζητάμε πράγματα όπως «προπαγάνδα» και «χειραγώγηση», αλλά μέσα μου τους κοιτούσα αφ' υψηλού τους απλούς ανθρώπους του τότε και κουνούσα το κεφάλι μου, θεωρώντας τους ανόητους που άφηναν να τους κοροϊδεύουν τόσο φανερά.
Θυμάμαι να σκέφτομαι ότι ποτέ δεν θα το έκανα εγώ αυτό το λάθος· να αφήσω να μου ρίξουν στάχτη στα μάτια, να με πιάσουν στον ύπνο. Αν είναι να έρθει πόλεμος ή δικτατορία ή οτιδήποτε άλλο που θα απειλήσει την Ελευθερία, την Δημοκρατία - θυμάμαι να σκέφτομαι - θα το έχω καταλάβει.

Να 'μαστε. Να που ήρθε η στιγμή. Και να που το είδα να γίνεται, βήμα βήμα, το να πιάνονται όλοι στον ύπνο. Είδα, βήμα βήμα, πρώτα ένα αδιόριστο άγχος στο βλέμμα των ανθρώπων, σαν να καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν πάει καλά, έπειτα την άρνηση. «Αποκλείεται». Κάθε βήμα, άκουγα ότι «αποκλείεται» να γίνει το επόμενο. Αρκούσε να δίνουν κάποιοι κάποιοι εύκολους, χωρίς αντίκρυσμα, εφησυχασμούς και, όταν πρέπει να αποκαλύψουν ότι θα κάνουν αυτά που είπαν ότι δεν θα κάνουν, να δείξουν ότι δυσκολεύονται· ότι τους κοστίζει.
Και ακόμα και τώρα, δύο χρόνια τσεκουρέματος και κατρακύλας άνευ προηγουμένου, βλέπω πόσοι άνθρωποι θέλουν να πιστεύουν, θέλουν να ελπίζουν ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο φαίνονται. Γιατί απλώς η προοπτική της εναλλακτικής... η προοπτική ότι τους κοροϊδεύουν με τον πιο ξεδιάντροπο και χυδαίο τρόπο, ότι οι ζωές τους και η επιβίωσή τους παίζονται ούτε λίγο ούτε πολύ σε μια ρουλέτα (που σύντομα θα γίνει ρώσικη)... η προοπτική αυτή είναι... αβάσταχτη.
Και πώς να μην είναι;

Δύο χρόνια μόνο πήρε να εξανεμιστούν προσπάθειες και αγώνες χρόνων και χρόνων, δεκαετιών και παραπάνω, η δουλειά να μην είναι δουλεία, οι μισθοί να μην είναι λειψοί, η υγεία και η παιδεία να μην είναι αστεία. Δύο χρόνια και ό, τι είχε επιτευχθεί, κουτσά-στραβά, υπέρ του μέσου πολίτη εξαφανίστηκαν τόσο εύκολα σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Πώς να δεχτείς ότι αυτά δεν γίνονται επειδή δεν υπάρχει άλλη επιλογή; Πώς να δεχτείς ότι τόσο περίτεχνα σου φόρτωσαν το έγκλημα;
Το σχέδιο είναι απλό και μεγαλοφυές: βάλ' τους να αυτοκτονήσουν. Κυριολεκτικά ή μεταφορικά, πνευματικά ή οικονομικά, κάν' τους να τραβήξουν αυτοί τη σκανδάλη και μάλιστα πιστεύοντας ότι είναι και για το καλό τους.

Είδα βήμα βήμα πώς εκμεταλεύτηκαν την δημόσια εικόνα της ανικανότητας και της αστοιχειοσύνης. Πόσο εύκολο ήταν να πείσουν τους ταλαιπωρημένους και απαυδησμένους από την ανοργανωσιά της χώρας ανθρώπους, ότι απλώς «πέφτουν έξω οι υπολογισμοί». Και ακόμα και τώρα, τόσα αποτυχημένα βήματα μετά, οι άνθρωποι πιο εύκολα πιστεύουν ότι πρόκειται περί αχρηστίας παρά περί προδοσίας.

Ο κόσμος αλλάζει. Οι τρόποι αλλάζουν. Δεν είναι μια Ρωμαϊκή Λεγεώνα αυτό που καραδοκεί πίσω από τη γωνία. Εφησυχαστήκαμε ότι οι πόλεμοι έχουν περάσει - τουλάχιστον έτσι μεγάλωσε η δική γενιά, αυτή του '80. Λίγο καλομαθημένα, γιατί δεν πεινάσαμε, δεν δουλέψαμε στα χωράφια, δεν παρακαλέσαμε για να σπουδάσουμε. Λίγο παραμελημένα γιατί η παιδεία μας ήταν τραγική, η κατάρτιση μηδενική και γιατί δεν μας αφήνουν χώρο να δουλέψουμε.

Αλλά τι είναι ο πόλεμος; Τι είναι ο πόλεμος αν όχι μια σύρραξη μεταξύ δύο πλευρών σε μια προσπάθεια κυριάρχησης; Τι είναι ο πόλεμος αν όχι κίνδυνος για την επιβίωση; Τι είναι ο πόλεμος αν όχι λεηλασία ανθρώπινων και φυσικών πόρων;
Τι είναι απολυταρχία αν όχι η διοίκηση με το μότο «δεν υπάρχει άλλος τρόπος»;
Τι είναι δικτατορία αν όχι εξαναγκαστική συμμόρφωση μέσω της διαρκούς διασποράς φόβου;

Και τι είναι επανάσταση αν όχι προσπάθεια ανάκτησης της Ελευθερίας;

Ίσως, απλώς, ποτέ δεν μπορείς να είσαι προετοιμασμένος για τέτοια πράγματα.

Αλλά δεν μας περιμένει ο χρόνος. Είμαστε ακριβώς σε εκείνο το σημείο της Ιστορίας που σε εκατό χρόνια θα αναρωτιέται κάποιο παιδί... Δεν το έβλεπαν να έρχεται; Δεν είχαν όλα τα σημάδια; Το δικό σου εγγόνι, το δικό μου δισέγγονο θα απορεί για εμάς... Γιατί τα αφήσαμε τα πράγματα να φτάσουν εκεί που έφτασαν και γιατί θα τα αφήσουμε να φτάσουν εκεί που θα φτάσουν.

Θυμάμαι και κάτι ακόμα, όμως, από τις ώρες τις απέραντης ανίας, όταν αφαιρούμουν από τη μονότονη παράδοση των παλαιών αυτών γεγονότων...

Θυμάμαι να φοβάμαι τον επόμενο πόλεμο.
Και θυμάμαι να λαχταρώ την επόμενη επανάσταση.


Στον αέρα

Έχω πετάξει πολλές φορές. Κάποιες γιατί με κυνηγούν και προσπαθώ να τους ξεφύγω, άλλες απλώς για την ευχαρίστηση του πετάγματος. Κάποιες φορές είναι σαν να κολυμπάω στον αέρα, άλλες σαν να εκτινάσσομαι σαν πύραυλος. Κάποιες φορές δυσκολεύομαι και χάνω την ισορροπία μου ή την κατεύθυνση. Έχω πετάξει πάνω από πόλεις και βουνά, ανάμεσα από κύματα κι από πλανήτες.

Πάντα, φυσικά, στα όνειρά μου.

Χθες, όμως, δεν πέταξα. Χθες βρέθηκα ξαφνικά να αιωρούμαι χωρίς προσπάθεια. Ποτέ δεν μου είχε ξανασυμβεί αυτό· η ορμή ήταν πάντα προϋπόθεση για το ονειρικό μου πέταγμα κι η ακινησία στον αέρα ενεργοποιούσε κατευθείαν τον νόμο του Νεύτωνα.

Κι όμως βρέθηκα να αιωρούμαι αβίαστα. Και τα χρώματα! Ήταν τόσο υπέροχα σαν οθόνης υψηλής ευκρίνειας! Ίσως πράγματι η τεχνολογία έχει φτάσει να υλοποιεί τα όνειρά μας. Ίσως έχει καταφέρει μέχρι και να τα ξεπεράσει. Τέτοια χρώματα μόνο στον κινηματογράφο, στην επιστημονική φαντασία, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στα πιο προχωρημένα γραφικά είχα ξαναδεί.

Αλλά εδώ ήταν μπροστά μου, γύρω μου. Ένας υπέροχος, κρυστάλλινος, καταγάλανος ουρανός απλωνόταν μπροστά μου και γύρω μου και υπέροχη καταπράσινη -αφύσικα πράσινα- βλάστηση αγκάλιαζε το έδαφος μακριά κάτω απ' τα πόδια μου.

Κάπου ανάμεσα από τα κύματα δέους και θαυμασμού, ένιωσα μερικές πιτσιλιές φόβου. Μήπως αν έκανα να κινηθώ, ο όμορφος αυτός κόσμος θα χανόταν; Η στιγμή δειλίας, πέρασε τόσο γρήγορα όσο και ήρθε. Τέτοιος ωραίος κόσμος υπήρχε για να εξερευνηθεί και θα ήμουν ανόητη να μην το προσπαθήσω. Άλλωστε αυτή η ομορφιά, αυτή η υπέροχη μαγεία γύρω μου δεν χωρούσε κοινότοπα συναισθήματα, βαρετές, πεζές αντιδράσεις.

Έκανα το πρώτο βήμα στον αέρα και αυτός με στήριξε. Και περπατούσα, περπατούσα στον αέρα, στηριγμένη από το τίποτα και κρατημένη από το πουθενά, εγώ και ο μαγικός κόσμος. Και ήταν τόσο μαγικός! Δέντρα αιωρούνταν, έμοιαζαν σαν να έχουν φυτρώσει από τον ίδιο τον αέρα, με περίεργα σχήματα, αφού δεν τα επηρέαζε η βαρύτητα, αλλά σταθερά, σαν να είχαν βρει ένα μυστικό τρόπο να προσαρτώνται στο κενό. Ίσως τα δέντρα ζήτησαν του αέρα να κρατήσει και εμένα, ίσως είχα έμφυτη κι εγώ την γνώση γι' αυτή την αδύνατη κατάσταση.

Είχα δει τον υπέροχο ουρανό και το υπέροχο πράσινο, αυτό που δεν είχα δει, όμως, ήταν το νερό. Ένα κρυστάλλινο ποτάμι κυλούσε στον αέρα, ανεβοκατέβαινε και έστριβε σαν να απέφευγε αόρατα, άυλα εμπόδια ή ίσως γιόρταζε την απόλυτη ελευθερία να κινηθεί όπως θέλει για μια φορά, αντί να καθορίζεται από τα στερεά και τη βαρύτητα. Μια άκρη του χωριζόταν σε γυαλιστερά, ελισσόμενα ρυάκια, όπως τα αγγεία στην αγγειογραφία.

Πλησίασα μαγεμένη,
συνεπαρμένη από το απαλό ιρίδισμα, τη μαγική, αδύνατη εναέρια ροή του νερού. Άγγιξα μερικά ρυάκια κι ενώ τα χέρια μου βράχηκαν από το νερό, εκείνα δεν χάλασαν, συνέχισαν να ρέουν στον αέρα, σαν να γέμιζαν από το κενό.

Μερικές σταγόνες
αποσπάστηκαν και απέμειναν να αιωρούνται, σαν άσπαστες σαπουνόφουσκες, σαν υγρά πρίσματα να χωρίζουν το φως, σαν υγροί καθρέφτες να αντικατοπτρίζουν τον κόσμο γύρω τους. Άπλωσα το χέρι μου και έσπρωξα μερικές και παρακολούθησα την πορεία τους, καθώς διέσχισαν τον αέρα και τάραξαν το πλούσιο φύλλωμα ενός φυτού που αναρριχώταν στο κενό. Εκεί συνάντησαν τη δροσιά που ήδη στόλιζε τα φύλλα του, σαν μικρά φωτάκια. Πλησίασα και άγγιξα τα καταπράσινα φύλλα. Ήταν βελούδινα στην αφή από την κάτω τους μεριά και από την πάνω τους μετάξι.

Το κύλισμα του νερού και το θρόισμα της αναπνοής μου ήταν οι μόνοι ήχοι σε αυτό το βασίλειο της γαλήνης. Το άπλετο φως, που ήταν σαν να αναδύεται από τα αντικείμενα -σαν να προϋπήρχε αντί να ερχόταν από κάποια πηγή- χωριζόταν από τα κρυστάλλινα νερά στην χρωματιστή ίριδα. Κι εγώ τους τραγουδούσα. Τραγουδούσα στα δέντρα και στον ουρανό, στο νερό και στα χρώματα.

Η απόλυτη αισθητική υπεροχή... ένα αληθινό μεγαλούργημα του υποσυνειδήτου...




Κάποιες φορές, όταν ξυπνάς από έναν φοβερό εφιάλτη,  μόλις συνειδητοποιήσεις ότι δεν ήταν πραγματικότητα, ο φόβος και η λύπη αντικαθίστανται από μια απίστευτη ανακούφιση, που ορισμένες φορές φτάνει μέχρι και την ευφορία. «Δεν ήταν αλήθεια!»
Άλλες, όμως, καταϊδρωμένος, λαχανιασμένος, με την καρδιά σου να σφυροκοπά σαν να έτρεχες αντί να κοιμόσουν... εκεί, στις σκιές των πρώτων ωρών της ημέρας, είναι δύσκολο να παραδωθείς έτσι άνετα στην πραγματικότητα και να μην βρίσκεις την σιωπή απειλητική και το σκοτάδι τρομακτικό. Είναι δύσκολο να αποδιώξεις το συναίσθημα του τρόμου που σε έχει κατακλύσει, όταν ο λόγος για την παρουσία του ήταν τόσο αληθινός μισό, μόλις, δευτερόλεπτο πριν.

Αντίστοιχα, ένα όμορφο όνειρο μπορεί να οδηγήσει σε μια όμορφη μέρα. Να σε κάνει να ξυπνήσεις με τόση χαρά που να σε συνοδεύσει για αρκετό χρόνο.
Αλλά, ορισμένα όμορφα όνειρα είναι όμορφα επειδή σου δίνουν αυτό ακριβώς που θέλεις, με τον τρόπο που θέλεις, χωρίς κανέναν περιορισμό σχετικά με το τι είναι εφικτό και τι όχι. Μπορουν να γυρίσουν το χρόνο πίσω ή να τον προχωρήσουν μπροστά, να αλλάξουν δεδομένα που δεν αλλάζουν, να αναστήσουν χαμένες ζωές, να δώσουν δεύτερες ευκαιρίες, να χαρίσουν επιτυχίες, εξιλεώσεις, συγχωρέσεις... έτσι ένα πολύ όμορφο όνειρο, μπορεί να σε ξεγελάσει και τελικά να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: Η ξαφνική συνειδητοποίηση ότι δεν ήταν πραγματικό μπορεί να σου προκαλέσει απαρηγόρητη θλίψη.

Τα αίτια για όλα αυτά τα αποτελέσματα είναι πλασματικά, αλλά τα αποτελέσματα αυτά καθεαυτά είναι εντελώς πραγματικά.

Αυτή είναι η δύναμη των ονείρων.
Σε εκθέτουν σε διάφορες συνθήκες και σε αναγκάζουν να δημιουργήσεις συναισθηματικές αποκρίσεις προς αυτές τις συνθήκες, συνθήκες που, όμως, δεν έχουν καμία υποχρέωση να συμβαδίζουν με τις πραγματικές. Έτσι, όταν ξυπνάς, το πρόσφατο συναισθηματικό μονοπάτι σου διακόπτεται απότομα, καθώς εστιάζεις ξανά στην πραγματικότητα - και στις αντιθέσεις της με το όνειρο από το οποίο μόλις αναδύθηκες.

Αναγκάζεσαι να περάσεις μια διαδικασία επαναπροσανατολισμού σχετικά με το τι ισχύει και τι όχι (αποφασίζεις, ας πούμε, αν έκανες πριν από λίγο δισκοβολία με τους δακτυλίους του Κρόνου ή όχι). Αυτή την επανεκτίμηση των δεδομένων την συνειδητοποιείς μόνο μετά από πολύ θετικά ή αρνητικά όνειρα, ακριβώς επειδή η απόσταση μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου σε αυτές τις περιπτώσεις είναι περισσότερο συναισθηματικά φορτισμένη.

Το πόσο σε επηρεάζουν τα όνειρα εξαρτάται και από το πόσο θα σε πείσουν, από την αληθοφάνειά τους, αλλά σε κάθε περίπτωση τα βιώνεις. Οι καταστάσεις μπορεί να είναι κατασκευασμένες, αλλά η συναισθηματική σου απόκριση σε αυτές είναι το ίδιο γνήσια με την απόκρισή σου σε οποιαδήποτε «πραγματική» κατάσταση.

Η πραγματικότητα της μη πραγματικότητας του ονείρου, λοιπόν, είναι δίκοπη. Από τη μία μπορεί να σε στενοχωρήσει ή να σε κάνει να χαρείς για κάτι που δεν έγινε, από την άλλη το γεγονός ότι δεν έγινε αυτό που στενοχώρησε ή σε έκανε να χαρείς μπορεί να σε κάνει να χαρείς ή να στενοχωρηθείς αντίστοιχα.

Αυτή είναι η δύναμη των ονείρων∙ προκύπτουν από εμάς, αλλά σχεδόν πάντα αποκτούν την ικανότητα να μας επηρεάζουν τουλάχιστον όσο - αν όχι περισσότερο απ' ό, τι - εμείς αυτά.

Η δύναμη της πραγματικότητας, πάλι, είναι διαφορετική.
Η δύναμη της πραγματικότητας έγκειται στην αδιαμφισβήτητη οριστικότητα του τετελεσμένου, ιδιότητα η οποία βασίζεται βέβαια στη γραμμική βίωση του χρόνου.
Άπαξ και μία χρονική στιγμή περάσει... πέρασε. Μπορείς να την ανακαλέσεις στο μυαλό σου, μπορείς να χρησιμοποιήσεις μέσα ψηφιακά, αναλογικά, παραδοσιακά και άλλα, όπως βίντεο, ηχογραφήσεις, γραπτά κλπ, αλλά όλα αυτά είναι αποτυπώματα, προβολές, φαντάσματα της στιγμής αυτής και μάλιστα πλευρών της στιγμής, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς (και θέλουμε!).
Το σύνολο της στιγμής, ωστόσο, πραγματοποιείται μία και μόνο μία φορά. Σαν μια μετάδοση στην τηλεόραση, που δεν θα επαναληφθεί ποτέ, είτε την έχεις ανοιχτή, είτε όχι, είτε παρακολουθείς, είτε έχεις κλειστό τον ήχο, είτε το ξέρεις, είτε όχι, είτε κοιμάσαι, είτε τρέχεις... αυτή γίνεται εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Ο κόσμος των ονείρων είναι ένας πανίσχυρος, πολυδύναμος, επικίνδυνος και πανέμορφος κόσμος.
Ο πραγματικός κόσμος είναι ένας πανίσχυρος, πολυδύναμος, επικίνδυνος και πανέμορφος κόσμος.

Η μόνη διαφορά μεταξύ τους είναι ότι ο κόσμος των ονείρων μπορεί να αλλάξει όποτε και όπως θέλει, δεν έχει κανέναν απολύτως κανόνα και τίποτα, μα τίποτα, σε αυτόν δεν είναι οριστικό. Κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια σου, επαναπροσδιορίζεται από την αρχή. Είναι μόνο τόσο περιορισμένος όσο η δική σου - συνειδητή και υποσυνείδητη - φαντασία.

Ο πραγματικός κόσμος... είναι πραγματικός. Ό, τι και να λέει η μεταφυσική παντός είδους, ό, τι και να λέει ακόμα και η κβαντομηχανική, με τα ποσοστά, τις αλληλεπιδράσεις και τις ταυτόχρονες υπάρξεις των διαφορετικών εκδοχών της...

Υπάρχει κάτι στην πραγματικότητα, κάτι τελειωτικό, που όσο και αν το αρνηθείς, το πολεμήσεις, το αφορίσεις, το κοροϊδέψεις, το διαπραγματευτείς, το μελετήσεις, το αμφισβητήσεις... δεν ακυρώνεται.

Μια απολυτότητα που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα περισσότερο από το να προσπαθείς να την επηρεάσεις όπως έρχεται, αλλά να την αποδέχεσαι κάθε φορά αφού έρθει.